Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας Elire.gr

Έρευνες του Ιδρύματος

Πρώτη Πανελλήνια Επιδημιολογική Έρευνα για τις Ρευματικές Παθήσεις
(Συχνότητα στο γενικό πληθυσμό, Επιπτώσεις στους ασθενείς και στο κοινωνικό σύνολο, Η αντιμετώπιση σήμερα των ρευματικών παθήσεων στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού της χώρας μας)

Ρευματικές παθήσεις είναι οι μη τραυματικές παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος. Είναι δηλ. οι παθήσεις των αρθρώσεων, των τενόντων, των συνδέσμων, των ορογόνων θυλάκων, των μυών, των οστών και της σπονδυλικής. Οι ρευματικές παθήσεις είναι πολλές, περίπου 200, και μπορούν να ταξινομηθούν αδρά σε 6 μεγάλες ομάδες:

  • Φλεγμονώδεις Ρευματικές παθήσεις. Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται πολλές παθήσεις που κατατάσσονται σε τέσσερις υποομάδες:
    • Αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις
    • Οροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες
    • Κρυσταλλογενείς αρθρίτιδες
    • Διάφορες άλλες
  • Οστεοαρθρίτιδα
  • Οσφυαλγία  – Ισχιαλγία  
  • Αυχεναλγία – Αυχενικό σύνδρομο
  • Παθήσεις  εξωαρθρικού ρευματισμού.
  • Διάφορες ρευματικές παθήσεις  

Αν και ο επιπολασμός, δηλ. η συχνότητα, στο γενικό πληθυσμό πολλών επιμέρους ρευματικών παθήσεων, όπως π.χ. της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και των άλλων αυτοάνοσων ρευματικών παθήσεων, της οστεοαρθρίτιδας, της οσφυαλγίας και των οροαρνητικών σπονδυλαρθριτίδων, έχει μελετηθεί επαρκώς σε διάφορες χώρες, ελάχιστες μελέτες έχουν γίνει για την εκτίμηση του συνολικού επιπολασμού των ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό.

Στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστα επιδημιολογικά δεδομένα για τη συχνότητα μόνο δύο ρευματικών παθήσεων, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και του συνδρόμου Sjogren. Επιδημιολογικές μελέτες για την εκτίμηση του επιπολασμού του συνόλου των ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό δεν έχουν γίνει στη χώρα μας.

Για τους λόγους αυτούς στο Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας σχεδιάσαμε, οργανώσαμε και πραγματοποιήσαμε με τη συνεργασία πολλών γιατρών ρευματολόγων την πρώτη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων (άτομα ηλικίας 19 ετών και πάνω) της χώρας μας.

Στόχοι της Έρευνας

Μερικοί από τους κυριότερους στόχους της έρευνας ήταν:

  • Να διαπιστωθεί η συχνότητα του συνόλου των ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό της Ελλάδος.
  • Να μελετηθούν οι κοινωνικές διαστάσεις των ρευματικών παθήσεων, δηλ. να αναδειχτούν  οι επιπτώσεις των ρευματικών παθήσεων στους ίδιους τους ασθενείς και στις οικογένειές τους, στο κοινωνικό σύνολο, στο σύστημα υγείας και στην εθνική οικονομία της χώρας μας.
  • Να εκτιμηθεί η πραγματική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας σε σχέση με την αντιμετώπιση των ασθενών με ρευματικές παθήσεις και  ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διάγνωση και τη θεραπεία που εφαρμόζεται καθώς και την αποτελεσματικότητά της και μάλιστα σε συνάρτηση με διάφορους παράγοντες που θα μπορούσαν να την επηρεάσουν.
  • Να αποκαλυφθούν τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου που ευνοούν την ανάπτυξη ρευματικών παθήσεων, έτσι ώστε με την κατάλληλη τροποποίηση ή εξουδετέρωσή τους να είναι εφικτή η εφαρμογή πρόληψης για τις παθήσεις αυτές.

Περιοχές της Έρευνας

Η έρευνα διεξήχθη σε δύο αστικές, δύο ημιαστικές και πέντε αγροτικές περιοχές στη βόρεια, κεντρική και νότια Ελλάδα με συνολικό πληθυσμό ενηλίκων 14.233 (Εικόνα 1). Είναι αξιοσημείωτο ότι σε σχετική συγκριτική ανάλυση με το συνολικό πληθυσμό ενηλίκων της χώρας μας διαπιστώθηκε ότι ο ενήλικος πληθυσμός των περιοχών της έρευνας ήταν αντιπροσωπευτικός του συνόλου του ενήλικου πληθυσμού των αστικών, ημιαστικών και αγροτικών πληθυσμών της χώρας μας ως προς την κατανομή κατά φύλο και ηλικία, ενώ το 4% το ατόμων που συμμετείχαν στη μελέτη είχαν νησιώτικη καταγωγή.

Εικόνα 1. Περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδος στις οποίες διεξήχθη η έρευνα.

Οι γιατροί ρευματολόγοι, που πραγματοποίησαν την έρευνα, επισκέφθηκαν τους ενήλικες κατοίκους των περιοχών αυτών στα σπίτια τους είτε πόρτα-πόρτα είτε μετά από τηλεφωνική προσυνεννόηση. Το ποσοστό συμμετοχής στην έρευνα ήταν πολύ μεγάλο, 82%.

Ευρήματα της Έρευνας

Πολλά από τα ευρήματα της έρευνας έχουν ανακοινωθεί σε πολλές δεκάδες πανελλήνιων και διεθνών ρευματολογικών συνεδρίων και έχουν δημοσιευθεί σε πολλά υψηλού κύρους ελληνικά και διεθνή ιατρικά περιοδικά.

Μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας, που αναφέρονται πρώτον στη συχνότητα των ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων, δεύτερον στις επιπτώσεις τους στους ασθενείς και στις οικογένειές τους, στο σύστημα υγείας και στην εθνική οικονομία και τρίτον στην αντιμετώπιση των ασθενών με τις παθήσεις αυτές στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού, σημειώνονται παρακάτω.

1. Συχνότητα των ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό

1.1 Οι Ρευματικές Παθήσεις είναι πολύ συχνές στο γενικό πληθυσμό της χώρας μας

Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι:

  • Οι ρευματικές παθήσεις είναι πολύ συχνές στο
    γενικό πληθυσμό της χώρας μας , αφού προσβάλλουν το 27% των ενηλίκων. Με άλλα λόγια ένας στους 4 ενήλικες παρουσιάζει κάποια ρευματική πάθηση. Συνολικά, περίπου 2.500.000 Έλληνες ενήλικες πάσχουν από ρευματικές παθήσεις.
  • Οι παθήσεις αυτές προσβάλλουν σημαντικά συχνότερα τις γυναίκες από ό,τι τους άνδρες, αφού 33,7% των ενήλικων γυναικών (συνολικά περίπου1.600.000 γυναίκες) και 20% των ενήλικων ανδρών (συνολικά περίπου 900.000 άνδρες) πάσχουν από ρευματικές παθήσεις.
  • Η συχνότητα των ρευματικών παθήσεων αυξάνει σημαντικά με την πρόοδο της ηλικίας από 4% στην ηλικιακή ομάδα των 19-28 ετών σε 52% στην ομάδα των 69 ετών και πάνω.

1.2 Συχνότητα των έξι μεγάλων ομάδων των ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό

Η συχνότητα των ομάδων αυτών στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων  
βρέθηκε στα εξής επίπεδα:

  • Φλεγμονώδεις ρευματικές παθήσεις: 2,1% των ενηλίκων.
  • Συμπτωματική οστεοαρθρίτιδα. Η συχνότητα της συμπτωματικής οστεοαρθρίτιδας των περιφερικών αρθρώσεων, δηλ. των αρθρώσεων των άνω και κάτω άκρων, ανέρχεται στο 8% των ενηλίκων. Αν συνυπολογιστεί και η συμπτωματική οστεοαρθρίτιδα που εντοπίζεται στις αρθρώσεις της  σπονδυλικής στήλης και είναι γνωστή και ως εκφυλιστική σπονδυλαρθροπάθεια, η συχνότητα της συμπτωματικής οστεοαρθρίτιδας συνολικά ανέρχεται στο επίπεδο του 13% των ενηλίκων.
  • Οσφυαλγία – Ισχιαλγία : 11% των ενηλίκων.
  • Αυχεναλγία –Αυχενικό Σύνδρομο: 4,8% των ενηλίκων.
  • Ομάδα διαφόρων ρευματικών παθήσεων (περιλαμβάνεται και η συμπτωματική οστεοπόρωση): 4,4% των ενηλίκων.
  • Παθήσεις εξωαρθρικού ρευματισμού: 4,3% των ενηλίκων.

1.3 Συχνότητα των επιμέρους ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό

Η συχνότητα πολλών επιμέρους ρευματικών παθήσεων στο γενικό πληθυσμό της χώρας μας αναφέρεται στην επιστημονική εργασία με τίτλο
«Επιπολασμός των ρευματικών νοσημάτων στην Ελλάδα»

αλλά και σε ξεχωριστές εργασίες για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα ,
το σύνδρομο Sjogren,
τις οροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες
και τη συμπτωματική περιφερική οστεοαρθρίτιδα
που προήλθαν από την πρώτη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα για τις ρευματικές  παθήσεις και δημοσιεύθηκαν στον ελληνικό και διεθνή ιατρικό τύπο. 

Σε ό,τι αφορά την οστεοπόρωση, στα πλαίσια της πρώτης πανελλήνιας επιδημιολογικής έρευνας για τις ρευματικές παθήσεις στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων της χώρας μας, πραγματοποιήθηκε ξεχωριστή μελέτη για τη συχνότητά της σε γυναίκες ηλικίας 50 ετών και πάνω
 με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης ή/και στο άνω άκρο του μηριαίου οστού. Στη μελέτη αυτή βρέθηκε ότι 28,4% των γυναικών ηλικίας 50 ετών και πάνω και 30% των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση παρουσιάζουν οστεοπόρωση. Είναι μάλιστα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η διαπίστωση σε αυτή την έρευνα ότι οι γυναίκες, που βρέθηκε ότι είχαν οστεοπόρωση, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δηλ. σε ποσοστό 76%, δεν το γνώριζαν και επομένως δεν υποβάλλονταν σε σχετική θεραπεία. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και αναδεικνύει, πρώτον, την ανάγκη της ενημέρωσης των γυναικών και της ευρείας εφαρμογής των μέτρων πρωτογενούς πρόληψης για την οστεοπόρωση και, δεύτερον, την ανάγκη της έγκαιρης και προσυμπτωματικής διάγνωσης της οστεοπόρωσης, δηλ. πριν συμβεί το κάταγμα, που είναι το πρώτο σύμπτωμά της, ώστε να είναι εφικτή και αποτελεσματική η εφαρμογή μέτρων δευτερογενούς πρόληψης της οστεοπόρωσης.

2. Επιπτώσεις των Ρευματικών Παθήσεων στους ίδιους τους ασθενείς και στις οικογένειές τους, στο σύστημα υγείας και στην εθνική οικονομία

Για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ρευματικών παθήσεων και μάλιστα σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες παθήσεων χρησιμοποιήθηκαν δείκτες μακροπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης νοσηρότητας. Ως δείκτες μακροπρόθεσμης νοσηρότητας χρησιμοποιήθηκαν:

  • το χρόνιο πρόβλημα υγείας και
  • η μακροχρόνια σωματική ανικανότητα δηλ. ο περιορισμός των επαγγελματικών, ερασιτεχνικών ή άλλων δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής λόγω οποιασδήποτε ασθένειας συγκριτικά με άλλα άτομα του ίδιου φύλου και ηλικίας τα οποία έχουν καλή υγεία.

Οι δείκτες βραχυπρόθεσμης νοσηρότητας, που αφορούσαν τις 15 ημέρες αμέσως πριν από την εξέταση των συμμετασχόντων στην έρευνα από τους γιατρούς – ρευματολόγους, χρησιμοποιήθηκαν:

  • απουσίες από την εργασία,
  • επίσκεψη σε γιατρούς
  • η χρήση φαρμάκων με συνταγή και
  • η χρήση φαρμάκων χωρίς συνταγή

Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι οι ρευματικές παθήσεις, σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες παθήσεων, αποτελούν στο σύνολο του γενικού πληθυσμού το πιο συχνό αίτιο & ευθύνονται για το:

  • 39% όλων των χρόνιων προβλημάτων υγείας
  • 47% της μακροχρόνιας σωματικής ανικανότητας (αναπηρικές συντάξεις  κ.λπ.)
  • 26% των  απουσιών από την εργασία και
  • 20% των ιατρικών επισκέψεων

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η συχνότητα των ρευματικών παθήσεων αυξάνει με την πρόοδο της ηλικίας. Έτσι γεννάται το ερώτημα μήπως οι ρευματικές παθήσεις είναι κατά κύριο λόγο πρόβλημα των ηλικιωμένων, όπως άλλωστε πιστεύει ο περισσότερος κόσμος.  Η απάντηση είναι όχι και αυτό τεκμηριώθηκε από την ανάλυση των αιτίων των δεικτών νοσηρότητας κατά ομάδες ηλικίας.   Από την ανάλυση αυτή αναδείχθηκε ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας, ότι  δηλ. στον εργαζόμενο πληθυσμό, που είναι τα άτομα ηλικίας 19-65 ετών, οι ρευματικές παθήσεις σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες παθήσεων είναι το πιο συχνό αίτιο και ευθύνονται (Εικόνα 2) για το:

  • 39% όλων των χρόνιων προβλημάτων υγείας
  • 51% της μακροχρόνιας σωματικής ανικανότητας (αναπηρικές συντάξεις  κ.λπ.)
  • 31% των απουσιών από την εργασία
  • 22% των ιατρικών επισκέψεων και
  • 17% της χρήσης φαρμάκων με συνταγή


Εικόνα 2. Τα δύο πιο συχνά αίτια των δεικτών νοσηρότητας στον εργαζόμενο πληθυσμό της χώρας μας

Είναι, επομένως, σαφές ότι οι ρευματικές παθήσεις συγκριτικά με όλες τις άλλες παθήσεις αποτελούν το σημαντικότερο πρόβλημα υγείας στον εργαζόμενο πληθυσμό.

Συμπερασματικά, από τα ευρήματα της πρώτης πανελλήνιας επιδημιολογικής έρευνας για τις ρευματικές παθήσεις αποδείχθηκε ότι οι παθήσεις αυτές αποτελούν ένα μεγάλο και πολυδιάστατο κοινωνικό πρόβλημα και πρόβλημα δημόσιας υγείας στη χώρα μας, διότι:

  • είναι πολύ συχνές, με μια συχνότητα που φθάνει στο 27% των ενηλίκων                      
  • σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες παθήσεων στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού ενηλίκων οι ρευματικές παθήσεις είναι το πιο συχνό αίτιο χρόνιου προβλήματος υγείας, μακροχρόνιας σωματικής ανικανότητας, απουσιών από την εργασία και ιατρικών επισκέψεων και
  • σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες νοσημάτων, οι ρευματικές παθήσεις αποτελούν το πιο σημαντικό πρόβλημα υγείας στον εργαζόμενο πληθυσμό δηλ. στα άτομα 19-25 ετών, αφού είναι το πιο συχνό αίτιο πέντε δεικτών νοσηρότητας, δηλ. χρόνιου προβλήματος υγείας, μακροχρόνιας σωματικής ανικανότητας, απουσιών από την εργασία, ιατρικών επισκέψεων και χρήσης φαρμάκων με ιατρική συνταγή.

Επομένως, για όλους αυτούς τους λόγους οι ρευματικές παθήσεις θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από τους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας κατά το σχεδιασμό και τον προγραμματισμό:

  • της προπτυχιακής, της μεταπτυχιακής και της συνεχιζόμενης δια βίου ιατρικής εκπαίδευσης σε θέματα Ρευματολογίας των ειδικευόμενων γιατρών καθώς και των γιατρών άλλων ειδικοτήτων, όπως π.χ. των γιατρών που ειδικεύονται ή έχουν ειδικευτεί στην Παθολογία, στη Γενική Ιατρική, στη Χειρουργική Ορθοπαιδική κ.ά.
  • της έρευνας και
  • της παροχής υπηρεσιών υγείας

3.  Ποια είναι σήμερα η αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων στο   
     επίπεδο του γενικού πληθυσμού της χώρας μας;

Σήμερα, χάρις στις προόδους της Ρευματολογίας, του κλάδου δηλ. της Ιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη, την έρευνα, τη διάγνωση, την πρόληψη και τη θεραπεία των ρευματικών παθήσεων, είναι εφικτό να επιτευχθούν:

  • Αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων.
  • Ύφεση των σοβαρότερων από τις παθήσεις αυτές, τηλ. των αυτοάνοσων ρευματικών παθήσεων και των οροαρνητικών σπονδυλαρθριτίδων. Η ύφεση ισοδυναμεί πρακτικά με ίαση, αφού στις περιπτώσεις αυτές η πάθηση έχει σταματήσει και δεν προκαλεί πόνο, κινητικές λειτουργικές διαταραχές, παραμορφώσεις και μόνιμες βλάβες στις αρθρώσεις ή/και σε άλλα όργανα.
  • Δραστική μείωση των παραπάνω δυσμενών κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων των ρευματικών παθήσεων.
  • Βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Για να επιτευχθούν όλα αυτά δύο είναι οι βασικές και απαραίτητες προϋποθέσεις, όπως επιβεβαιώθηκε και στην πρώτη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις:

  • η έγκαιρη διάγνωση και
  • η πρώιμη και ορθή θεραπευτική παρέμβαση

Είναι αυτονόητο ότι για την  εξασφάλιση των προϋποθέσεων αυτών απαιτείται ενημέρωση του κοινού, έτσι ώστε όσοι παρουσιάζουν πόνο σε αρθρώσεις, τένοντες, μέση ή αυχένα να επισκέπτονται χωρίς καθυστέρηση τον ειδικό γιατρό, δηλ. το ρευματολόγο.

Έχει τώρα ενδιαφέρον να δούμε πως γίνεται η αντιμετώπιση ρευματικών παθήσεων στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού της χώρας μας, όπως αυτό αποτυπώθηκε με τα ευρήματα της πρώτης πανελλήνιας επιδημιολογικής έρευνας για τις ρευματικές παθήσεις, και να απαντήσουμε στο ερώτημα:

Είναι οι Έλληνες ασθενείς με ρευματικές παθήσεις χρήστες των σύγχρονων θεραπευτικών δυνατοτήτων που τους προσφέρει η Ρευματολογία;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ΟΧΙ και τεκμηριώνεται με τα ευρήματα της πρώτης πανελλήνιας επιδημιολογικής έρευνας για τις ρευματικές παθήσεις στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων της χώρας μας.
Θα δούμε παρακάτω τρία παραδείγματα που αναφέρονται στην αντιμετώπιση των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα και ψωριασική αρθρίτιδα στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού της χώρας μας.

α) Σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού και συγκεκριμένα την επίσκεψή τους σε ρευματολόγους, την έγκαιρη και ορθή διάγνωση της πάθησής τους και την πρώιμη και σωστή θεραπευτική αντιμετώπισή της, στην έρευνα αυτή βρήκαμε ότι:

  • Μόνο 19% των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα επισκέπτονται ρευματολόγους όταν εμφανίζεται η νόσος τους
  • Μέσα στους πρώτους 6 μήνες από την εμφάνιση της νόσου το προηγούμενο ποσοστό των ασθενών που επισκέπτονται ρευματολόγους αυξάνεται στο 35%.
  • Περίπου 30% των ασθενών επισκέπτονται ρευματολόγους μετά από παρέλευση ενός ή περισσότερων χρόνων από την εμφάνιση της νόσου
  • Περίπου 10% των ασθενών ουδέποτε επισκέπτονται ρευματολόγους

Η καθυστέρηση στην επίσκεψη ή η μη επίσκεψη σε ρευματολόγους έχει πολύ μεγάλη σημασία για τους ίδιους τους ασθενείς σε ό,τι αφορά τη διάγνωση και τη θεραπεία της πάθησής τους, διότι:

  • Από τους ρευματολόγους γίνεται ορθή διάγνωση σε όλους τους ασθενείς
  • Από τους μη ρευματολόγους ορθή διάγνωση γίνεται σε απελπιστικά χαμηλό ποσοστό, μόλις στο 17% των ασθενών

Από θεραπευτικής πλευράς τροποποιητικά της νόσου φάρμακα με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί αναστολή της εξέλιξης αλλά και ύφεση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας χορηγούνται από τους ρευματολόγους σε όλους τους ασθενείς, ενώ από τους μη ρευματολόγους σε κανένα ασθενή.

Επομένως, οι Έλληνες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα δεν είναι χρήστες των σύγχρονων θεραπευτικών δυνατοτήτων, διότι καθυστερούν πολύ να επισκεφθούν ή δεν επισκέπτονται καθόλου ρευματολόγους με αποτέλεσμα τη μη ορθή διάγνωση της πάθησής τους και τη μη εφαρμογή σωστής θεραπείας και έτσι την πρόκληση:

  • Παραμορφώσεων και μη αναστρέψιμων βλαβών στις αρθρώσεις ή και σε άλλα όργανα
  • Σημαντικών κινητικών ή άλλων λειτουργικών διαταραχών, ανικανότητας ή και αναπηρίας.

β) Σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση των ασθενών με αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού και συγκεκριμένα την επίσκεψή τους σε ρευματολόγους, την έγκαιρη και ορθή διάγνωση της πάθησής τους και την πρώιμη και σωστή θεραπευτική αντιμετώπισή της, στην έρευνα αυτή βρήκαμε ότι:

  • Μόνο 10% των ασθενών με αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα επισκέπτονται ρευματολόγους όταν εμφανίζεται η νόσος τους
  • Περίπου 37% των ασθενών ουδέποτε κατά την πορεία της νόσου τους επισκέπτονται ρευματολόγους

Η καθυστέρηση στην επίσκεψη ή η μη επίσκεψη σε ρευματολόγους έχει πολύ μεγάλη σημασία για τους ίδιους τους ασθενείς σε ό,τι αφορά τη διάγνωση και τη θεραπεία της πάθησής τους, διότι:

  • Από τους ρευματολόγους γίνεται ορθή διάγνωση σε όλους τους ασθενείς
  • Από τους μη ρευματολόγους ορθή διάγνωση γίνεται σε απελπιστικά χαμηλό ποσοστό, μόλις στο 20% των ασθενών.

Από θεραπευτικής πλευράς τροποποιητικά της νόσου φάρμακα με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί αναστολή της εξέλιξης αλλά και ύφεση της αγκυλωτικής σπονδυλαρθρίτιδας χορηγούνται στους ασθενείς μόνο από τους ρευματολόγους και καθόλου από τους μη ρευματολόγους.

Επομένως, οι Έλληνες ασθενείς με αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα δεν είναι χρήστες των σύγχρονων θεραπευτικών δυνατοτήτων, διότι καθυστερούν πολύ να επισκεφθούν ή δεν επισκέπτονται καθόλου ρευματολόγους με αποτέλεσμα τη μη ορθή διάγνωση της πάθησής τους και τη μη εφαρμογή σωστής θεραπείας και έτσι την πρόκληση:

  • Παραμορφώσεων, μη αναστρέψιμων βλαβών και αγκύλωσης της σπονδυλικής στήλης ή και αρθρώσεων.
  • Σημαντικών κινητικών λειτουργικών διαταραχών, ανικανότητας ή και αναπηρίας.

γ) Τέλος, σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση των ασθενών με ψωριασική αρθρίτιδα στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού και συγκεκριμένα την επίσκεψή τους σε ρευματολόγους, την έγκαιρη και ορθή διάγνωση της πάθησής τους και την πρώιμη και σωστή θεραπευτική αντιμετώπισή της, στην έρευνα αυτή βρήκαμε ότι:

  • Μόνο 13% των ασθενών με ψωριασική αρθρίτιδα επισκέπτονται ρευματολόγους όταν εμφανίζεται η νόσος τους
  • Περίπου 42% των ασθενών ουδέποτε κατά την πορεία της νόσου τους επισκέπτονται ρευματολόγους

Η καθυστέρηση στην επίσκεψη ή η μη επίσκεψη σε ρευματολόγους έχει πολύ μεγάλη σημασία για τους ίδιους τους ασθενείς σε ό,τι αφορά τη διάγνωση και τη θεραπεία της πάθησής τους, διότι:

  • Από τους ρευματολόγους γίνεται ορθή διάγνωση σε όλους τους ασθενείς
  • Από τους μη ρευματολόγους ορθή διάγνωση γίνεται σε απελπιστικά χαμηλό ποσοστό, μόλις στο 8% των ασθενών.

Από θεραπευτικής πλευράς τροποποιητικά της νόσου φάρμακα με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί αναστολή της εξέλιξης αλλά και ύφεση της ψωριασικής αρθρίτιδας χορηγούνται στους ασθενείς μόνο από τους ρευματολόγους και καθόλου από τους μη ρευματολόγους.

Επομένως, οι Έλληνες ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα δεν είναι χρήστες των σύγχρονων θεραπευτικών δυνατοτήτων, διότι καθυστερούν πολύ να επισκεφθούν ή δεν επισκέπτονται καθόλου ρευματολόγους με αποτέλεσμα τη μη ορθή διάγνωση της πάθησής τους και τη μη εφαρμογή σωστής θεραπείας και έτσι την πρόκληση:

  • Παραμορφώσεων και μη αναστρέψιμων βλαβών στις αρθρώσεις ή και στη σπονδυλική στήλη.
  • Σημαντικών κινητικών λειτουργικών διαταραχών, ανικανότητας ή και αναπηρίας.

Συμπερασματικά

Από ευρήματα της πρώτης πανελλήνιας επιδημιολογικής έρευνας για τις ρευματικές παθήσεις στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων της χώρας μας είναι σαφές ότι για:

  • Την ανατροπή της παραπάνω απαράδεκτης κατάστασης σε ό,τι αφορά τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με ρευματικές παθήσεις στο επίπεδο του γενικού πληθυσμού
  • την επίτευξη έγκαιρης διάγνωσης των ρευματικών παθήσεων και
  • την αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπισή τους είναι επιτακτική η ανάγκη συστηματικής και συνεχούς ενημέρωσης του κοινού για τις παθήσεις αυτές σε πανελλήνια κλίμακα, έτσι ώστε όσοι παρουσιάζουν πόνο μη τραυματικής αιτιολογίας σε αρθρώσεις ή τένοντες, στη μέση ή στον αυχένα να επισκέπτονται χωρίς καθυστέρηση γιατρούς ρευματολόγους.

Στο τμήμα αυτό της Ιστοσελίδας του Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας είναι διαθέσιμες μερικές από τις επιστημονικές εργασίες που προήλθαν από την πρώτη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις.

Ε.Ι.ΡΕ.
Το Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας είναι κοινωφελές ίδρυμα με κυριότερους στόχους την ενημέρωση του Κοινού και των Αρχών της χώρας επί του προβλήματος των ρευματικών παθήσεων, τη συμβολή του στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, την πραγματοποίηση ερευνών και επιστημονικών εκδηλώσεων για τις ρευματικές παθήσεις και την έκδοση ιατρικών συγγραμμάτων ή άλλων επιστημονικών εντύπων. Το Ε.Ι.ΡΕ. δεν χρηματοδοτείται από κανένα Δημόσιο ή άλλο Φορέα και το έργο του στηρίζεται στην εθελοντική εργασία του Προέδρου, των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των συνεργατών τους.
Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας
Ρόδων 8,
153 51 Κάντζα Παλλήνης
+30.210.60.42.643
© 2016 ELIRE   |